Αύγουστος ήταν όταν τα γόνατά μας ήταν ματωμένα αλλά οι ψυχές μας γεμάτες χαρά, τα πρόσωπά μας χαμογελαστά και η καρδιά μας πετούσε. Όταν τα αισθήματα ήταν αγνά, όταν τα παιδιά ήταν παιδιά, και οι μέρες ξέγνοιαστες.
Αύγουστος ήταν όταν τα γόνατά μας ήταν ματωμένα αλλά οι ψυχές μας γεμάτες χαρά, τα πρόσωπά μας χαμογελαστά και η καρδιά μας πετούσε. Όταν τα αισθήματα ήταν αγνά, όταν τα παιδιά ήταν παιδιά, και οι μέρες ξέγνοιαστες.
Τους χαρακτηρίζουν επαναστάτες, τσαμπουκάδες, δύσκολους. Ίσως και να είναι. Ένα είναι όμως το μόνο σίγουρο. Σε ένα κόσμο που έχει μάθει στο ψέμα, την υποκρισία και το βόλεμα, αυτοί θα στέκουν εκεί μόνοι τους αντίθετα σε όλα αυτά, πάντα αληθινοί, χωρίς μάσκες και φίλτρα. Κι αν είσαι από τους τυχερούς και έχεις τέτοιο άνθρωπο στη ζωή σου, κράτα τον γερά και ποιος ξέρει…μπορεί μαζί του να μάθεις πως είναι να είσαι αυθεντικός!
Περπατούσα αμέριμνη ανάμεσα στο πλήθος, σε ένα μέρος που δεν ήρθαμε ποτέ μαζί, κι ας λέγαμε τόσες φορές ότι θα το κάνουμε. Μιλούσα με μια φίλη στο τηλέφωνο και χασκογελούσαμε με κάτι ασήμαντο…ώσπου ξάφνου μου έπεσε το τηλέφωνο από τα χέρια.
Απλά σου λέω είναι όλα! Και οι σχέσεις, και τα συναισθήματα, ΟΛΑ! Αρκεί να ξέρεις ποιος είσαι, τι θέλεις από τον εαυτό σου πρώτα και από τους άλλους μετά, και να τα επικοινωνείς σωστά.
Κι εγώ τη χάρη να γίνω ένα με το πάτωμα δεν την κάνω σε κανέναν. Με αγαπάω το κατάλαβες; Άργησα, αλλά έμαθα να με αγαπάω. Και να με κοιτάω στα μάτια όταν κοιτάζω στον καθρέφτη.
Άνθρωποι μόνοι κι ας είναι ανάμεσα σε χιλιάδες.
Άνθρωποι μόνοι στην ψυχή κι ας έχουν παρέα.
Είναι παντού γύρω μας. Και αυξάνονται συνεχώς γιατί ο κόσμος που ζούμε όσο πάει και μας χωρίζει αντί να μας ενώνει. Μια κοινωνία άρρωστη κι εμείς αρρωσταίνουμε μαζί της.
Μ’ακούς μαμά; Σου λέω “καλά” όταν στο τηλέφωνο με ρωτάς πως είμαι. Ακόμα και τις φορές που έχεις καταλάβει ήδη από τη φωνή μου πως δεν είναι έτσι. Λέω ψέματα ρε μαμά. Δε θέλω να στεναχωριέσαι. Δεν είμαι πάντα καλά…
Μια αόρατη δύναμη φαίνεται να σε ωθεί πάντα στα ίδια. Και κάθε φορά ελπίζεις πως τώρα θα είναι διαφορετικά. Και καταλήγεις…στα ίδια. Γιατί άραγε; Τι φταίει; Τι σε κάνει να έλκεις τους ίδους ανθρώπους;
Και ξυπνάς ένα πρωί από το κουδούνισμα του τηλεφώνου, κι εκεί που προσπαθείς να ανοίξεις τα μάτια σου και να συνειδητοποιήσεις τι γίνεται ακούς “έφυγε…σταμάτησε η καρδιά του”. Και προσπαθείς να καταλάβεις αν ακόμα κοιμάσαι ή αν βλέπεις ένα τρομερό εφιάλτη. “Ποιος; Τι; Μα τι λες;” ψελλίζεις, χωρίς καλά καλά να μπορείς να αντιληφθείς τι σου λέει η φωνή από την άλλη γραμμή. “Ο πρώην άντρας σου” ξαναλέει η φωνή.
Μια ζωή η ιδέα μου για τον έρωτα ήταν μία. Όλα ή τίποτα. Ή πέφτεις με τα μούτρα στα βαθιά ή κάτσε σπιτάκι σου να αναρωτιέσαι πως θα ήταν να ζήσεις το απόλυτο. Κι αυτό έκανα. Βουτιά και όπου βγει. Δεν κρατούσα ποτέ τίποτα για μένα, δεν πίστευα σε “πισινές” και “καβάντζες”.