Και ήρθε πάλι εκείνη η ώρα που φοβάσαι. Η ώρα που οι υπόλοιποι άνθρωποι, κατάκοποι από τις υποχρεώσεις της ημέρας πηγαίνουν για ύπνο. Εσύ όμως την τρέμεις αυτή την ώρα. Είναι η ώρα που κλείνεις τα μάτια σου και οι σκέψεις έρχονται βροχή.
Και ήρθε πάλι εκείνη η ώρα που φοβάσαι. Η ώρα που οι υπόλοιποι άνθρωποι, κατάκοποι από τις υποχρεώσεις της ημέρας πηγαίνουν για ύπνο. Εσύ όμως την τρέμεις αυτή την ώρα. Είναι η ώρα που κλείνεις τα μάτια σου και οι σκέψεις έρχονται βροχή.
Μη με περνάς για χαζή και μην υποτιμάς τη νοημοσύνη μου. Αυτά που ήξερες να τα κάνεις αλλού, όχι σε μένα. Δεν είμαι εγώ φίλε μου από τα κοριτσάκια που έμαθες να χρησιμοποιείς για τα παιχνιδάκια σου και για την τόνωση του “ΕΓΩ” σου. Το ότι σε αφήνω να νομίζεις ότι τρώω τα παραμύθια σου, είναι γιατί έτσι θέλω εγώ!
Χτυπάει το τηλέφωνο. “Σε χρειάζομαι” μου λέει. Κι αρχίζει να μου αραδιάζει τα παράπονά της. “Είσαι ηλίθια” της λέω. “το ξέρω” μου απαντάει αυτή. Κι αυτό αγαπητοί μου είναι φιλία, πραγματική φιλία.
Ζούμε στην εποχή της ταχύτητας και της τεχνολογίας. Από την ώρα που ανοίγουμε τα μάτια μας μέχρι αργά το βράδυ που θα πέσουμε για ύπνο οι σκέψεις μας έχουν να κάνουν κυρίως με “πρέπει”. Πρέπει να κάνω αυτό, πρέπει να πάω εκεί, πρέπει αυτό, πρέπει το άλλο.
ρατάει χρόνια αυτή η κολόνια. Από τότε που πρωτογνωριστήκαμε υπάρχει μεταξύ μας κάτι το μαγικό, σα μια αόρατη κλωστή που μας δένει. Μια κλωστή που ό,τι και να κάνουμε, όπου και να μας πάει η ζωή, εμείς κάπου, κάπως καταλήγουμε να ξαναβρεθούμε.
Έδωσες την καρδιά σου και στην ποδοπάτησαν. Έδωσες όλη σου την ψυχή και στην τσαλάκωσαν…
Την ρωτούσαν φίλοι και συγγενείς όταν ήταν 16-17, “ποιο είναι το όνειρό σου για όταν μεγαλώσεις;” Κι εκείνη χωρίς να σκεφτεί απαντούσε “θέλω να κάνω μια όμορφη οικογένεια”. Όταν όλα τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας της ονειρεύονταν καριέρες, χρήματα, δόξα, εκείνη αποζητούσε αυτό που της είχε τόσο λείψει. Μια όμορφη οικογένεια.
Ακούμε τόσα χρόνια φράσεις του τύπου “όσο το φτύνεις τόσο κολλάει”, και το λυπηρό είναι ότι αναφέρονται σε ανθρώπους. Δεν είναι γραμματόσημα οι ανθρώπινες ψυχές, και να τους φέρεσαι έτσι το “γράμμα” κάποια στιγμή θα φύγει…
Ξυπνάς το πρωί, πηγαίνεις με τα μάτια μισόκλειστα στο μπάνιο, πλένεις το πρόσωπό σου και ξάφνου να…ο γνωστός άγνωστος….ο εαυτός σου. Αυτός που σε κοιτά καθημερινά μέσα από τον καθρέφτη. Πόσο όμως τον ξέρεις;
Την είδες..τη γούσταρες..και αυτό που γούσταρες πιο πολύ ήταν ότι δεν ήταν σαν τις άλλες.