Η πόλη κοιμάται, η πλάση ησυχάζει μα υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι, κάτι νυχτοπούλια, που το μάτι τους δεν κλείνει. Είναι 3 τα ξημερώματα, η ώρα τους.
Η πόλη κοιμάται, η πλάση ησυχάζει μα υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι, κάτι νυχτοπούλια, που το μάτι τους δεν κλείνει. Είναι 3 τα ξημερώματα, η ώρα τους.
Βρε κορίτσια μου, βρε κούκλες μου όμορφες, γιατί;
Γιατί ξεκατινιάζεστε; Γιατί τρέχετε με την πρώτη ευκαιρία να βγάλετε η μία τα μάτια της άλλης; Τι κακό είναι αυτό με εμάς τις γυναίκες ρε σεις;
Έλα εδώ βρε κούκλα μου να σου πω. Εγώ κι εσύ, γυναίκα προς γυναίκα. Έλα κάτσε να κάνω καφέ και να σου τα ψάλλω λιγάκι. Από αγάπη μωρέ. Κάτσε σου λέω.
Έλα εδώ ρε αγόρι μου να στα πω, έτσι για το γαμώτο. Προσπάθησα ξέρεις, προσπάθησα πολύ. Προσπάθησα όσο δεν έπρεπε να προσπαθήσω.
Διάβαζα κάπου προχθές πως αν δώσεις σε κάποιον μια ευκαιρία είναι σα να του δίνεις μια δεύτερη σφαίρα για το όπλο του, γιατί δε σε πέτυχε με την πρώτη.
Πολλά μπορώ να ανεχτώ στη ζωή μου αλλά η αδικία με τρελαίνει, με βγάζει έξω από τα ρούχα μου. Και δεν αναφέρομαι μόνο στην αδικία εις βάρος μου, μιλάω γενικότερα.
Ακούω από μικρή για αυτό το περίφημο “άλλο μισό”. Τι θα πει ρε φίλε άλλο μισό; Μισοί γεννιόμαστε δηλαδή; Και τι γίνεται αν δε το βρεις ποτέ; Πεθαίνεις μισός;
Θα ήταν οι πρώτες μας διακοπές μαζί, τις περιμέναμε με τόση λαχτάρα…τις σχεδιάζαμε καιρό τώρα. Όπως σχεδιάζαμε και τo σπιτικό μας, το μέλλον μας…
Κάποτε εμπιστευόμουν πολύ εύκολα και πολύ γρήγορα τους ανθρώπους.
Κάποτε η ψυχή μου ήταν ακόμα αγνή, παιδική θα έλεγα…έδινε πολύ και σε πολλούς.
Τι θα πει “κράτα μια πισινή”; Μπαίνει πλαφόν στα συναισθήματα; Κι αν μπαίνει, είναι αυτό πραγματικά σχέση; Είναι έρωτας; Τι είναι;