Κάποτε εμπιστευόμουν πολύ εύκολα και πολύ γρήγορα τους ανθρώπους.
Κάποτε η ψυχή μου ήταν ακόμα αγνή, παιδική θα έλεγα…έδινε πολύ και σε πολλούς.
Κάποτε εμπιστευόμουν πολύ εύκολα και πολύ γρήγορα τους ανθρώπους.
Κάποτε η ψυχή μου ήταν ακόμα αγνή, παιδική θα έλεγα…έδινε πολύ και σε πολλούς.
Θα ήθελα να είμαι μέσα σε μια αγκαλιά μόνο δική μου. Να χωράει μόνο εμένα και να εφαρμόζει με ακρίβεια σε όλες τις πτυχές του σώματός μου
Θα ήθελα να με κρατούν δύο χέρια που σαν με αγγίζουν να νιώθω όλα όσα εκείνα λαχταράει η ψυχή μου.
Εγώ φταίω, εγώ έκανα λάθος, αν το είχα κάνει αλλιώς θα…., αν δεν είχα κάνει εκείνο θα…
Και η λίστα με τις κατηγορίες και τα αυτομαστιγώματα όσο πάει και μεγαλώνει. Γιατί όσο η ζωή κυλάει, τόσο αυξάνονται οι καταστάσεις για τις οποίες καταλήγουμε πάντα να κατηγορούμε τον εαυτό μας. Εξωτερικά μπορεί να λέμε ότι φταίει ο ένας ή ο άλλος, μέσα μας όμως ρίχνουμε όλα τα “κατηγορώ” σε εμάς.
Σου λένε πως πρέπει να σταθείς για άλλη μια φορά δυνατή.
Σου λένε πως πρέπει να σηκώσεις το κεφάλι να και να προχωρήσεις, εξάλλου το έχεις κάνει τόσες φορές.
Μεγάλωσα πια και δεν χάνω χρόνο μοιράζοντας τα “σ’ αγαπώ” μου από δω κι από εκεί.
Μεγάλωσα πια και όταν τα πω θέλω να είναι σε εκείνους που δε θα χρειαστεί να τα πάρω πίσω.
Μια φράση μαχαιριά. Μια φράση που όσο ενθαρρυντική, όσο θετική, όσο ειπωμένη με θαυμασμό κι αν φαίνεται, στα αυτιά του αποδέκτη είναι πολλά περισσότερα.
Επειδή σου επέτρεψα να δεις μια πτυχή το εαυτού μου, μη θαρρείς πως με έμαθες. Επειδή διάβασες δυο λόγια που έγραψα, μη νομίζεις πως με κατάλαβες. Επειδή σου είπαν, επειδή συμπέρανες, επειδή..επειδή…επειδή.
Είναι άπειρες φορές που ακούω την παραπάνω φράση όταν με βλέπουν να αντιδράω στο άδικο, να μάχομαι, να αντιστέκομαι. “Εσύ θα σώσεις τον κόσμο;”
Δεν ξέρω πόσο πιο απλά να το πω.
Η γνώμη σου για μένα μου είναι αδιάφορη. Μπορείς να την κρατήσεις, να την κάνεις σούπα και να την φας τις κρύες νύχτες του χειμώνα!
Έψαχνα προχθές στο κινητό μου τον αριθμό μιας γνωστής για να τη ρωτήσω κάτι. Κι έτσι όπως κατεβαίνω προς το γράμμα Μ βλέπω την καταχώρηση “ΜΗΝ ΑΠΑΝΤΑΣ”. Στην αρχή γέλασα γιατί είχα ξεχάσει πως είναι ακόμα εκεί.